Στις 3 Φεβρουαρίου, ένα απόγευμα, με πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου.
«Στους κάδους είναι νεκρή μια γάτα που μοιάζει με τον δικό μας», μου είπε.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πετάχτηκα από τη θέση μου και έτρεξα πανικόβλητη προς το σημείο. Όταν έφτασα, αντίκρισα μια γάτα νεκρή στην άκρη του δρόμου.
«Ευτυχώς, δεν είναι ο δικός μας», ήταν η πρώτη μου σκέψη.
Αμέσως μετά, όμως, ένιωσα θυμό. Γιατί μπορεί να μην ήταν ο δικός μας γάτος, αλλά ήταν ένα ζώο που μέχρι πριν από λίγη ώρα ήταν ζωντανό. Ίσως κάποιος το τάιζε. Ίσως κάποιος το περίμενε να επιστρέψει. Ίσως κάποιος άλλος να το αναζητούσε εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Εκείνο το απόγευμα, τη γάτα που εσύ χτύπησες και άφησες νεκρή στην άκρη του δρόμου, τη μάζεψα εγώ. Εγώ φρόντισα να μην τη δουν τα παιδιά σου περνώντας από εκεί.
Λίγους μήνες αργότερα, η όλη σκηνή αποδείχθηκε προφητική.
Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Είναι Κυριακή μεσημέρι. Ευτυχώς, δεν είναι η ώρα που κάποιο παιδί, ίσως το δικό σου, επιστρέφει από το σχολείο ή από τα ιδιαίτερα μαθήματά του. Βιάζεσαι, έχεις καθυστερήσει τέσσερα λεπτά να φτάσεις στη δουλειά. Εσύ, όμως, δεν κινδυνεύεις. Οδηγείς ένα μεταλλικό κουτί με τέσσερις ρόδες.
Τα ίδια συμβαίνουν ξανά και ξανά: σε στενούς δρόμους, μέσα σε κατοικημένες περιοχές, σε σημεία χωρίς ορατότητα και χωρίς επαρκή φωτισμό.
Αυτήν τη φορά δεν σε είδε κανείς.
Την πρώτη στιγμή λες: «Κάτι πέρασε κάτω από τις ρόδες μου, αλλά το είδα να φεύγει». Και συνεχίζεις, πείθεις τον εαυτό σου ότι δεν συνέβη τίποτα σοβαρό. Ότι το ζώο πρόλαβε να απομακρυνθεί. Ότι δεν μπορούσες να κάνεις κάτι. Ότι ήταν απλώς μια άτυχη στιγμή.
Πόσες φορές, άραγε, σε ένα τραπέζι ή σε μια παρέα έχουμε ακούσει κάποιον να λέει: «Παραλίγο να σκοτωθώ, γιατί πετάχτηκε μπροστά μου μια γάτα»;
Η ίδια γάτα που κάθε απόγευμα κάποιος περιμένει στο μπαλκόνι για να την ταΐσει. Η ίδια γάτα που εμφανίζεται μόλις ακούσει εμένα να επιστρέφω στο σπίτι, γιατί έχει μάθει να ξεχωρίζει τον ήχο του δικού μου οχήματος από όλους τους υπόλοιπους. Έναν ήχο που έχει συνδέσει όχι με τον φόβο, αλλά με την ασφάλεια, τη φροντίδα, την αγάπη και τη χαρά.
Η ίδια γάτα που μαθαίνει σε ένα παιδί τι σημαίνει να νοιάζεσαι για ένα ζωντανό πλάσμα. Εκείνη που έχει κρυφτεί αμέτρητες φορές από τις ρόδες, τις φωνές, τις φόλες και τα πυροτεχνήματα που πετάμε για να διασκεδάσουμε.
Για κάποιους είναι «απλώς μια γάτα» ή «απλώς ένας σκύλος». Για κάποιον άλλον είναι καθημερινή συντροφιά. Είναι ένα πλάσμα που έχει μάθει να εμπιστεύεται τους ανθρώπους, να περιμένει λίγο νερό και φαγητό έξω από μια πόρτα και να αναζητά μια ασφαλή γωνιά μέσα στη γειτονιά μας.
Και τα δύο περιστατικά συνέβησαν λίγα μόλις λεπτά μακριά από το Γυμνάσιο και το Λύκειο Βροντάδου. Στον δρόμο που όλοι γνωρίζουμε και διασχίζουμε καθημερινά. Έναν δρόμο στενό, με χαμηλή ορατότητα, χωρίς χώρο για εκείνον που περπατά. Έναν δρόμο που κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι διασχίζουν δεκάδες μαθητές.
Σήμερα ήταν η δική μου γάτα. Αύριο κανείς δεν γνωρίζει.
«Δεν αφήνω το παιδί μου να επιστρέφει από το σχολείο με τα πόδια. Οι οδηγοί δεν προσέχουν», ακούμε συχνά από γονείς. Αλλά ποιοι είναι τελικά αυτοί οι γονείς; Μήπως οι ρόλοι ορισμένες φορές αντιστρέφονται;
Επτά μήνες μετά το πρώτο εκείνο περιστατικό, η γάτα στην άκρη του δρόμου ήταν πια η δική μας. Ο φόβος που είχα νιώσει όταν χτύπησε το τηλέφωνο έγινε πραγματικότητα. Αυτήν τη φορά δεν μπορούσα να πω: «Ευτυχώς, δεν είναι ο δικός μας».
Ήσουν μόλις τέσσερα λεπτά μακριά από τον προορισμό σου. Έφτασες εγκαίρως. Κάπου, όμως, ανάμεσα στη βιασύνη και στην αδιαφορία, στέρησες από μια ψυχούλα μια ολόκληρη ζωή και από μια οικογένεια ένα πλάσμα που αγαπούσε.
Οι ειδήσεις σήμερα Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.