Υπάρχουν χρέη που δεν παραγράφονται με το πέρασμα του χρόνου, αλλά γίνονται βαρύτερα όσο οι δεκαετίες περνούν. Πενήντα δύο χρόνια μετά την τραγωδία της Κύπρου, η ιστορική μνήμη και η εθνική συνείδηση επιτάσσουν την πλήρη αποκατάσταση της μνήμης των ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους «υπέρ πίστεως και βωμών».
Ένας από αυτούς ήταν ο ναύτης της ηρωικής τορπιλακάτου «Τ-3», Ελευθέριος Κουτσουράδης, με καταγωγή από το Χαλκειός της Χίου.
Ο Λευτέρης Κουτσουράδης, το 1974, ήταν περίπου 21 ετών και υπηρετούσε στην Κύπρο ως ναύτης. Ήταν 20 Ιουλίου και απέμεναν λίγες ημέρες μέχρι να απολυθεί και να επιστρέψει στην καθημερινότητά του. Ωστόσο, εκείνες τις κρίσιμες ώρες κλήθηκε να λάβει τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής του: να υπερασπιστεί, μαζί με τους συναδέλφους του, τον ελληνισμό της Κύπρου.
Ο μοναδικός επιζών της «Τ-3», ο αείμνηστος Πλωτάρχης ε.α. Διονύσιος Μαγέτος, περιέγραψε τις ηρωικές πράξεις του κυβερνήτη και του πληρώματος της τορπιλακάτου.
Στις 04:50 το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974, οι τορπιλάκατοι «Τ-2» και «Τ-6», που βρίσκονταν στη Ναυτική Βάση Χρυσούλης, διατάχθηκαν να πλεύσουν προς τις θέσεις απόκρυψης. Την ίδια περίπου ώρα, οι δύο τορπιλάκατοι της Κερύνειας, «Τ-1» και «Τ-3», διατάχθηκαν να πλεύσουν προς την τουρκική αποβατική δύναμη και να επιτεθούν.
Οι τορπιλάκατοι «Τ-1» και «Τ-3» βρέθηκαν αντιμέτωπες με υπέρτερες και σημαντικά ισχυρότερες εχθρικές ναυτικές δυνάμεις. Παράλληλα, είχαν να αντιμετωπίσουν τα αεροσκάφη της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, διαθέτοντας περιορισμένα αντιαεροπορικά μέσα. Οι κυβερνήτες τους, ωστόσο, δεν δίστασαν ούτε στιγμή, έχοντας πλήρη συναίσθηση του ρόλου και της ιστορικής ευθύνης που τους είχε αναθέσει η πατρίδα.
Η «Τ-1», με κυβερνήτη τον Σημαιοφόρο (ΣΕΑ/Μ) Νικόλαο Βερύκιο, προσβλήθηκε στις 05:10 από τουρκικό αεροσκάφος και προσάραξε στις βόρειες ακτές της Κερύνειας.
Την ίδια στιγμή, η τορπιλάκατος «Τ-3», με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ελευθέριο Τσομάκη ΠΝ, συνέχιζε απτόητη να κινείται με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα εναντίον της εχθρικής ναυτικής δύναμης.
Είκοσι λεπτά αργότερα, ενώ ετοιμαζόταν να εξαπολύσει τορπιλική επίθεση κατά των εχθρικών πλοίων, προσβλήθηκε από σφοδρά πυρά τουρκικών αεροσκαφών και βυθίστηκε, με μοναδικό επιζώντα ένα μέλος του πληρώματός της.
Οι νεκροί της τορπιλακάτου «Τ-3» ήταν ο κυβερνήτης, Υποπλοίαρχος Ελευθέριος Τσομάκης ΠΝ, ο Α΄ Μηχανικός, Αρχικελευστής (ΜΗΧ) Λεωνίδας Βυτουλαδίτης, ο Στρατεύσιμος Κελευστής (Ρ/Ε) Νικόλαος Δεριζιώτης, ο Κελευστής (Τ/Τ) Κυριάκος Καρέτσος, ο Ναύτης (ΜΗΧ) Ελευθέριος Κουτσουράδης και ο Ναύτης (ΜΗΧ) Γεώργιος Στιβακτάς.
Ο Αρχικελευστής (ΣΗΜ) Διονύσιος Μαγέτος, μέλος του πληρώματος της τορπιλακάτου «Τ-3», κατάφερε να επιζήσει από την αεροπορική επίθεση και τη βύθιση του πλοίου και να σωθεί κολυμπώντας προς τις ακτές της Κερύνειας, παρά τον σοβαρό τραυματισμό που είχε υποστεί.
Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί μέρος της προφορικής μαρτυρίας του Πλωτάρχη (Ε) ε.α. Διονυσίου Μαγέτου ΠΝ για την ηρωική δράση της τορπιλακάτου «Τ-3» κατά την ημέρα της προσβολής και της βύθισής της, όπως καταγράφηκε σε συνέντευξη που παραχώρησε ο επιζών στην Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού το 2011 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Πολεμικού Ναυτικού «Ναυτική Επιθεώρηση».
«Την Παρασκευή δηλαδή τη 19η Ιουλίου είχα θυμάμαι τη βάρδια 20:00-00:00 μαζί με άλλους 6 ναύτες, έβλεπα κάτι φώτα σε απόσταση 300-500 μέτρων μέσα στη θάλασσα. Δεν μ’ άρεσε το γεγονός γιατί είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία.
Παίρνω τότε τηλέφωνο επάνω τον Διοικητή τον Υποπλοίαρχο Τσομάκη και του λέω κύριε Διοικητά έτσι κι έτσι, βλέπω κάτι φώτα να αναβοσβήνουν, άλλα κάποτε φαίνονται κάποτε εξαφανίζονται. Μου λέει, δεν είναι τίποτα πως είναι ψαράδες.
Τι ψαράδες του λέω, εδώ απαγορεύεται η κυκλοφορία. Πρόσεχε του λέω βλέπω κάτι φώτα να το έχεις υπόψη σου και αν όντως αυτοί ήταν βάτραχοι που ερχόντουσαν προς τα εμάς, θα μας είχαν καθαρίσει.
Πήγα μετά για ύπνο επάνω, κατά τις πέντε η ώρα (πέφτω έξω μισή ώρα πάνω κάτω), με τράνταξε ένας ναύτης και μου λέει κύριε υπάρχει κάτι αλλά δεν ξέρω τι και να βγείτε έξω. Κατέβηκα στο σκάφος να το προετοιμάσω, ήδη είχε κατέβει και ο κυβερνήτης και ο διοικητής κάτω και συζητούσαν μαζί με τον άλλο κυβερνήτη της άλλης βάρκας.
Ήρθε λέγανε σε επαφή με το ΓΕΝ και το ΓΕΕΦ ο Διοικητής Υποπλοίαρχος Τσομάκης και του είπε ο Διοικητής του ΓΕΕΦ να βγεις έξω προς αναγνώριση και να πλέεις.
Πράγματι, ήδη δούλευαν πιο μπροστά τα σκάφη και μπήκαμε και οι τελευταίοι εγώ και ο Γιώργος Φυντανίδης, αφού πήραμε όλο το πλήρωμα μέσα.
Ενδεικτικό σημείο το ότι είχαμε και ένα σκυλί που δεν μας άφηνε πουθενά, ο Τσέκος ο λεγόμενος, είχε πηδήσει -αυτό πάντοτε πηδούσε και καθόταν μπροστά στη γέφυρα- στο κατάστρωμα της γεφύρας.
Φύγαμε πρώτοι φύγαμε εμείς η «Τ-3» με κυβερνήτη τον Τσομάκη Ελευθέριο και ακολούθησε η δεύτερη από πίσω γύρω στα 250- 300- 400 μέτρα περίπου, με κυβερνήτη τον Βερύκιο, ένα Σημαιοφόρο επίκουρο. Δεν είχαμε βγει έξω περί τα 500 μέτρα με μισό μίλι από το λιμάνι και ακούμε ένα περίεργο ήχο «πρρρρρρ».
Ήταν ένας πολυβολισμός από αεροσκάφη που εμάς ούτε καν μας είχαν ενημερώσει, ούτε καν γνωρίζαμε περί τίνος πρόκειται. Χτυπάνε τη δεύτερη βάρκα, αυτή έβγαλε καπνούς εκεί πέρα και τουκ –τουκ- τουκ ο κυβερνήτης ο Σημαιοφόρος, έκανε δεξιά και την έβγαλε στη ξηρά γιατί είμαστε αντιπλέοντες με τους Τούρκους.
Οι Τούρκοι ανεβαίνανε Βορρά και εμείς πηγαίναμε κατά την μύτη του Αγίου Ανδρέα, πηγαίναμε ανατολικά εμείς.
Μετά όλο το βάρος πλέον των επιθέσεων των τουρκικών αεροσκαφών δυο ζεύγη συγκεκριμένα, έπεσε πάνω σε μας. Φουλάρισε τις μηχανές ο κυβερνήτης ο Τσομάκης, πηγαίναμε με 25 μίλια 30 πάνω-κάτω (σημειωτέων ότι τα σκάφη αυτά ήτανε για να πηγαίνουν 50 και μίλια αλλά λόγω μη υπάρξεως ανταλλακτικών είχανε πέσει στο ήμισυ και λιγότερο). Τότε δεχόμεθα βολές απανωτές από 4 αεροσκάφη.
Ο κυβερνήτης ο Τσομάκης έκανε ελιγμούς δεξιά-αριστερά με το πηδάλιο, τον έβλεπα γιατί ήμουν δίπλα του εγώ, όποτε πήγαινε αριστερά, έπεφτε η βολή δεξιά και σήκωνε ένα βουνό, ένα δωμάτιο θάλασσα που λένε.
Παράλληλα πρύμα είχαμε ένα πολυβόλο δίδυμο που έβαζε προς αυτούς. Όσο τους βάζαμε εμείς δεν πλησιάζανε αυτοί ήτανε διστακτικοί, ρίχνανε αλλά ρίχνανε από μακριά με αποτέλεσμα να μη μας πετυχαίνουνε κι εμείς γυρνώντας δεξιά – αριστερά το πηδάλιο μπορούσαμε να τους αποφύγουμε. Το άσχημο είναι ότι αργότερα έπαθε εμπλοκή και κόλλησε το πηδάλιο, ενώ το πυροβόλο ζεστάθηκε από την πολύ χρήση και σταμάτησε να ρίχνει.
Οι Τούρκοι στον πρώτο γύρο, στο δεύτερο γύρο, στο τρίτο γύρο, κατάλαβαν τι συμβαίνει και ήρθαν πάνω από τα κεφάλια μας σχεδόν, οπότε πέφτει μια βολή επάνω μας και χάσαμε το μπούσουλα.
Εγώ είδα μια τεράστια λάμψη, ένα κάψιμο φοβερό και ανοίγω τα μάτια μου, έφερα τα χέρια προς τα μάτια μου και είδα τα χέρια μου γεμάτα αίματα. Τα χρειάστηκα, αλλά ψάχτηκα λίγο έτσι να δω τίποτα, δεν είχα χτυπηθεί στο κεφάλι πουθενά.
Αντιθέτως, ο Τσομάκης ο κυβερνήτης, ο πρώτος μηχανικός που ήταν δίπλα μου (ήμασταν τρεις μπροστά: εγώ ο κυβερνήτης και ο πρώτος μηχανικός), αυτούς τους δυο τους είχε πάρει στεγνά, δηλαδή τι εννοώ στεγνά, είχανε πέσει και οι δυο στη ρίζα του ιστού αιμόφυρτοι, τους είχε χτυπήσει προς τα εδώ (δείχνει το αριστερό μέρος στήθους).
Κάνω πιο πίσω ακόμα βλέπω με μια πρόχειρη ματιά που έριξα, τον Βενιζέλο τον κελευστή στρατεύσιμο, ο οποίος ήταν πίσω από μένα και αυτός είχε χτυπηθεί στο στήθος, γιατί κοκκίνιζε δηλαδή έβγαινε αίμα από εκεί.
Στο πυροβόλο πίσω είχαν πέσει 3 ναύτες επάνω στο πυροβόλο ακίνητοι εντελώς και παράλληλα από δεξιά έπιασε πυρκαγιά, το σκάφος έπιασε φωτιά. Βλέποντας αυτή την κατάσταση εγώ κοιτάζω το πηδάλιο μήπως και μπορέσω να το φέρω στα ίσα, γιατί εντωμεταξύ η βάρκα έκανε έφερε κύκλους γύρω-γύρω.
Προσπάθησα με το ένα μου χέρι να στρίψω το πηδάλιο, να το πάω προς την ακτή έστω και με αυτή την ταχύτητα την μικρή που είχε η βάρκα.
Το γύρισα και αυτό γύριζε ανέμη. Κατάλαβα ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα και πηγαίνοντας να βγω από τη γέφυρα, νοιώθω έναν οξύ πόνο στο αριστερό μου πόδι και έπεσα κι εγώ δίπλα στους άλλους.
Καταλαβαίνω τότε ότι είχα χτυπήσει και στο πόδι. Πράγματι είχα χτυπηθεί, το πόδι μου το είχε πάρει ένα βλήμα εδώ(δείχνει) και κρεμόταν το πόδι μου. Δεν το είχα πάρει χαμπάρι πριν, οπότε σιγά-σιγά σέρνοντας, πήγα προς την άκρη της τορπιλακάτου και έπεσα στη θάλασσα όπως ρίχνεις ένα τσουβάλι.
Έπεσα στη θάλασσα γιατί κατάλαβα ότι λόγω της φωτιάς που είχε πάρει πίσω, από πάνω και δίπλα είναι οι δεξαμενές και πιο πάνω οι τορπίλες και θα τιναχτούμε στον αέρα. Μπόρεσα και έπεσα στη θάλασσα εγώ και μαζί μου ένας ναύτης ο Στιβακτάς ονόματι.
Αυτός έπεσε βουτιά, σηκώθηκε όρθιος, αλλά τον έχασα τον ναύτη και περίμενα να με βοηθήσει. Φώναζα: Στιβακτά που είσαι, έλα να με βοηθήσεις γιατί με το ένα πόδι δεν μπορούσα. Δεν πέρασαν καμιά δεκαριά λεπτά η βάρκα έφερε γύρους προσπάθησα να φύγω μέσα από τον γύρο και βγήκα τελικά και έφυγα.
Μετά από 5-10 λεπτά που βγήκα έξω (εννοεί από τον κύκλο του πλοίου), κάνει έναν «μπουφ» ένα υπόκωφο κρότο και μετά έβγαλε καπνούς πολλούς η βάρκα και βουτάει με την πλώρη μέσα. Έκτοτε εξαφανίστηκε το σκάφος έμεινα εγώ και η θάλασσα. Το πρόβλημα μου τώρα ήταν το πώς θα βγω έξω, αλλά μπόρεσα σιγά-σιγά, σιγά-σιγά και κατάφερα και βγήκα έξω…»
Ο ηρωισμός του Ελευθερίου Κουτσουράδη μπορεί να γράφτηκε με χρυσά γράμματα στην ιστορία, όμως και ο Δήμος Μεταμόρφωσης Αττικής, ο τόπος όπου κατοικούσε ο ήρωας, έπραξε το αυτονόητο, τιμώντας τη μνήμη του όπως της άρμοζε.
Ο τόπος καταγωγής του, το Χαλκειός, και κατ’ επέκταση η Χίος, οφείλουν να ακολουθήσουν αυτό το παράδειγμα. Η εξ αίματος συγγένεια και οι ρίζες του ήρωα στο χωριό δεν επιτρέπεται να λησμονηθούν.
Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη και ηθική υποχρέωση της τοπικής κοινότητας και των αρμόδιων δημοτικών αρχών να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες ενέργειες:
Αναγραφή του ονόματος του Ελευθερίου Κουτσουράδη στο Ηρώο του Χαλκειούς, δίπλα στα ονόματα των υπόλοιπων αθάνατων νεκρών των εθνικών αγώνων. Το όνομά του πρέπει να βρίσκεται εκεί, ώστε να το βλέπουν οι παλαιότεροι και να διδάσκονται από τη θυσία του οι νεότεροι.
Ονοματοδοσία της μικρής πλατείας απέναντι από το παλαιό καφενείο Κουτσουράδη ή μιας οδού του Χαλκειούς προς τιμήν του. Πρόκειται για το ελάχιστο αντίδωρο στη θυσία ενός ανθρώπου που έδωσε τα πάντα για την πατρίδα.
Η τιμή στους ήρωες δεν αποτελεί μια τυπική γραφειοκρατική διαδικασία. Είναι δείγμα πολιτισμού, συλλογικής μνήμης και ευγνωμοσύνης. Το Χαλκειός έχει κάθε λόγο να είναι υπερήφανο για το παλικάρι του.
Ας πράξουμε, έστω και τώρα, το χρέος μας.
Το όνομα του Ελευθερίου Κουτσουράδη πρέπει να ριζώσει για πάντα στα μάρμαρα και στους δρόμους του χωριού από το οποίο καταγόταν.
Χρυσοβαλάντης Μιχαήλ Κυτριλάκης
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.