Άποψη

13/2/18 11:17

τελ. ενημ.: 13/2/18 11:17

Γίνεται να είμαστε όλοι εξαιρετικοί και να έχουμε υποβιβαστεί τόσο;

«Τι νομίζετε ότι πετυχαίνετε εκεί στον πολίτη με τόσο αυστηρή κριτική; Αφού βλέπετε ότι η κοινωνία θέλει έναν καλό λόγο…», μου έλεγε τις προάλλες στο δρόμο μια απ’ τις παλιότερες καραβάνες της τοπικής δημοσιογραφίας. Τι θέλει η κοινωνία… Αυτό είναι πια το κριτήριο του δημοσιογραφικού έργου.

Παρακολουθώ, πράγματι, την αγιαστούρα σχεδόν όλων των τοπικών Μέσων. Νομίζεις ότι έχουν αντικαταστήσει το μολύβι με τη σπάτουλα κι απ’ το πρωί ίσαμε το βράδυ έχουν ένα καλό λόγο για τους πάντες. Τα πιο θερμά λόγια, ως είναι φυσικό, τα κρατούν για τις τοπικές εξουσίες, πάσης φύσεως. Ένας καλός λόγος τη σήμερον ημέρα δεν στοιχίζει, πωλείται ευκολότερα από μια ενοχλητική κριτική. Κι επειδή κάπου πρέπει να πέφτει κι ένα φταίξιμο, βρήκαμε τον εύκολο στόχο: το κράτος.

Προσέχτε όμως. Όταν φταίει η απρόσωπη Εφορία, βγαίνει λάδι ο επώνυμος έφορος. Όταν φταίει το απρόσωπο Λιμενικό βγαίνει λάδι ο επώνυμος λιμενάρχης (εντελώς τυχαίες οι αναφορές) και κάπως έτσι ικανοποιείται το λαϊκόν αίσθημα, που θέλει πάντα κάποιον να φταίει, ικανοποιείται και η στρατηγική μην τυχόν και θιγεί προσωπικά κάποιος και τον έχουμε απέναντι. Όλοι οι καλοί, για να μην πω οι εξαιρετικοί, χωρέσαμε σ’ αυτό το μικρό νησάκι.

Δημιουργείται, ωστόσο, μια μεγάλη απορία. Αφού οι πάντες είμαστε εξαιρετικοί, … φυσάνε, απ’ τους πολιτικούς μας, ως τους αυτοδιοικητικούς μας, τους υπηρεσιακούς παράγοντες και τον πνευματικός μας κόσμο, γιατί είναι εξίσου κοινά αποδεκτό ότι το καράβι «Χίος» το έχουμε πετάξει σε ξέρα και αδυνατούμε να το ξεκολλήσουμε; Εδώ δεν υπάρχει απάντηση ή μάλλον υπάρχει κι είναι πιο απλή από όσο δείχνει.

Μάλλον δεν είναι πάλι στραβός ο γιαλός, εμείς στραβά αρμενίζουμε για άλλη μια φορά. Αποφεύγουμε να προσωποποιήσουμε ευθύνες γιατί θίγουν πρόσωπα και καταστάσεις και τελικά καταδικάζουμε τον τόπο με παρατεταμένο χειροκρότημα, ενώ απαιτείται να ηχούν καθημερινά οι σειρήνες κατά του εφησυχασμού.

Ο «π», όπως έχετε διαπιστώσει οι συνεπέστεροι, επιλέγει κι αυτή την εποχή το δύσβατο δρόμο. Εξατομικεύει τις ευθύνες, δεν χαϊδεύει αυτάκια, θα συνεχίσει, με το όποιο κόστος, να λέει τα σύκα – σύκα και τη σκάφη – σκάφη. Εν γνώσει του όμως ότι η εποχή δεν επιτρέπει να αψηφάς τα κόστη, προετοιμάζει την αναπροσαρμογή του, πάντα με τον ίδιο γνώμονα. Να ενισχυθεί ο δημόσιος διάλογος σ’ αυτόν τον τόπο. Περισσότερα προσεχώς.