09/08/2017 - 17:58
Τελ. ενημέρωση: 10/08/2017 - 18:34
Αρθρογράφος: PolitisChios

Η ιουδαϊκή κοινότητα της Χίου

«Όπου είναι Χιώτης, Εβραίος δε χωρεί», λέει μία λαϊκή παροιμία, η οποία κρύβει σε μεγάλο βαθμό μίαν ιστορική αλήθεια, όσον αφορά κυρίως στην εμπορική δραστηριότητα των δύο εθνικών ομάδων. Οι Χιώτες, δεινότατοι έμποροι, αναμφίβολα δεν άφησαν και πολλά περιθώρια στους Εβραίους κατοίκους του νησιού ώστε να αναπτυχθούν τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά.

Το νησί της Χίου γνώρισε πολλές ιστορικές φάσεις και πολλούς αφέντες στη μακραίωνη ιστορία του και μέσα σε αυτή την ιστορική δίνη επιβίωσε και η κοινότητα των Εβραίων, άλλοτε δύσκολα και άλλοτε ευκολότερα. Η συλλογή στοιχείων για την ιστορία των Εβραίων της Χίου δεν είναι πολύ εύκολη υπόθεση, καθώς οι πηγές είναι λίγες ή ελλιπείς, όπως και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Παρ’ όλα αυτά, είναι πολύ σημαντικά και ικανά να μας δώσουν μία αρκετά ακριβή ανασύσταση της ζωής των Εβραίων τουλάχιστον κατά τη Γενουατοκρατία και την Τουρκοκρατία.

Οι ρωμαϊκοί χρόνοι (192 π.Χ. – 3ος αι. μ.Χ.)

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, η ύπαρξη εβραϊκής κοινότητας στο νησί της Χίου αποτελεί ένα ζήτημα προς συζήτηση, καθώς οι ανασκαφικές μαρτυρίες δεv συνηγορούν σε αυτό, ενώ οι γραπτές μαρτυρίες δεv δηλώνουν με καταφατικό τρόπο την παρουσία των Εβραίων στο νησί. Παρ’ όλα αυτά, εμμέσως θα μπορούσαμε ίσως να ανιχνεύσουμε κάποια ίχνη της παρουσίας της κοινότητας μέσα από ένα ιστορικό γεγονός που πιθανό να σχετίζεται με την ύπαρξη μιας κοινότητας Ρωμανιωτών Ιουδαίων στη Χίο (σημ. 2).

Πιο συγκεκριμένα, την άνοιξη του 14 π.Χ. ο Ηρώδης ο Μέγας, βασιλιάς της Ιουδαίας, επισκέφθηκε το νησί της Χίου (εικ. 1). Η επίσκεψη του βασιλιά αποτελεί την πρώτη μαρτυρία που ίσως να συνδέει τη Χίο με το εβραϊκό στοιχείο. Ο Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος Φλάβιος στο έργο του Ιουδαϊκή Αρχαιολογία αναφέρεται στο γεγονός της επίσκεψης του Ηρώδη στη Χίο και μας πληροφορεί πως ο βασιλιάς πέρασε κάποιον χρόνο στο νησί εξαιτίας των καιρικών συνθηκών που τον ανάγκασαν να καθυστερήσει το ταξίδι του προς τον πραγματικό προορισμό του, τη γειτονική Λέσβο (σημ. 3).

Αναμφίβολα, η αιτία του ταξιδιού του Ηρώδη ήταν πολιτικής φύσης και υπήρξε το αποτέλεσμα των στενών φιλικών σχέσεών του με τον Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα (σημ. 4). Ο Ηρώδης έσπευσε να τον συναντήσει στη Λέσβο προκειμένου να τον ενισχύσει στην καταστολή εξεγέρσεων που παρατηρήθηκαν στην περιοχή του Κιμμερίου Βοσπόρου. Όμως, οι διαθέσεις του καιρού υποχρέωσαν τον Ηρώδη να προσλιμενίσει στη Χίο (σημ. 5).

Η χρονολόγηση της επίσκεψης του Ηρώδη στη Χίο αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνιών μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών μελετητών, αλλά φαίνεται να τεκμηριώνεται από τις πηγές η χρονολόγηση που πρώτος υποστήριξε ο Αμερικανός καθηγητής Κλασικών Σπουδών, Meyer Reinhold, και η οποία ταυτίζεται με το 14 π.Χ. και πιο συγκεκριμένα την άνοιξη αυτού του έτους (σημ. 6). Σύμφωνα με τις πηγές μας, ο Ηρώδης υποχρεώθηκε να περάσει αρκετές μέρες στη Χίο, γεγονός που υπήρξε ιδιαιτέρως ευεργετικό για τους κατοίκους του νησιού.

Ο βασιλιάς των Ιουδαίων δέχτηκε με καλοσύνη όσους ζήτησαν να τον δουν και έδωσε στο νησί της Χίου δώρα εφάμιλλα του αξιώματος και της φήμης του. Το σημαντικότερο εξ αυτών ήταν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό προκειμένου να ανακατασκευαστεί η στοά της πόλης (σημ. 7). Ο Ηρώδης επέμενε ιδιαιτέρως στη γρήγορη εκτέλεση του έργου, καθώς ήθελε η Χίος να ανακτήσει το σημαντικό κτίριό της.

Η επίσκεψη του Ηρώδη στη Χίο δημιουργεί εύλογη απορία σχετικά με το αν συνδέεται με την ύπαρξη κάποιας κοινότητας Ιουδαίων στη Χίο και αν η γενναιοδωρία του βασιλιά για το νησί οφείλεται σε αυτό το γεγονός. Γνωρίζουμε πως η διασπορά των Ιουδαίων είχε ήδη ξεκινήσει κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., κυρίως για λόγους υπερπληθυσμού της περιοχής της Παλαιστίνης. Ιουδαϊκές κοινότητες δημιουργήθηκαν σε όλη τη Μεσόγειο και κυρίως σε πόλεις που διέθεταν σημαντικά λιμάνια. Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και κατά τη ρωμαϊκή εποχή.

Θα ήταν γοητευτικό να υποθέσει κανείς πως μέσα σε αυτό το πλαίσιο της γενικότερης πολιτικής του, ο Ηρώδης ενδιαφέρθηκε και για τους Εβραίους της Χίου. Όμως, δεν έχουμε καμία ιστορική πηγή που να μας βεβαιώνει για την ύπαρξη κοινότητας την περίοδο εκείνη στο νησί ούτε κάποια αρχαιολογική μαρτυρία. Το μόνο στοιχείο που σώζεται και ίσως αποτελεί μαρτυρία της παρουσίας Εβραίων στο νησί την περίοδο αυτή είναι μία επιγραφή που βρέθηκε στην περιοχή των Λιβαδιών και αναφέρεται σε κάποιο πρόσωπο με τη φράση «Βασιλεύς Μέγ[ας]». Εντούτοις, είναι πιθανότερο πως αναφέρεται στον Αντίοχο Δ’ τον Επιφανή παρά τον Ηρώδη. Έτσι, η υπόθεση αυτή παραμένει ακόμη αναπόδεικτη, αν και υποστηρίζεται ακόμη από κάποιους μελετητές (σημ. 8). Ίσως, μία μελλοντική ανακάλυψη να ανατρέψει τα μέχρι τώρα δεδομένα.

Οι Βυζαντινοί χρόνοι

Για ένα μεγάλο διάστημα του Μεσαίωνα οι πληροφορίες σχετικά με την εβραϊκή κοινότητα του νησιού ήταν ανύπαρκτες. Δυστυχώς, είμαστε αναγκασμένοι να μεταβούμε απότομα από την εποχή της επίσκεψης του Ηρώδη στο έτος 1049. Τη χρονιά εκείνη σε χρυσόβουλο του Κωνσταντίνου του Μονομάχου γίνεται αναφορά σε δεκαπέντε εβραϊκές οικογένειες της Χίου, οι οποίες συνδέονταν με τη Νέα Μονή (εικ. 2). Πρακτικά αυτό σήμαινε πως οι Εβραίοι διατάσσονταν να πληρώνουν έναν φόρο στους μοναχούς, ενώ παράλληλα απαλλάσσονταν από την καταβολή άλλων φόρων (σημ. 9).

Το 1062 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δούκας εξέδωσε ένα ακόμη χρυσόβουλο που αφορούσε στη Νέα Μονή και τους Εβραίους της Χίου. Το πρώτο μέρος του εγγράφου ήταν ουσιαστικά μία επικύρωση του χρυσόβουλου του 1049, διανθισμένο με τον έπαινο των μοναχών. Επιπλέον, οριζόταν πως οι δεκαπέντε εβραϊκές οικογένειες όφειλαν να διαμένουν στα κτήματα της Νέας Μονής. Σε περίπτωση που δεν υπάκουαν θα επιβαρύνονταν με το τριπλάσιο του φόρου, καθώς και με ενοίκιο. Επιπλέον, το νησί δεν έπρεπε να είναι προσβάσιμο σε άλλους Εβραίους και όλα τα παιδιά που θα γεννιούνταν στις οικογένειες των Εβραίων της Χίου θα ανήκαν και αυτά στο μοναστήρι (σημ. 10). Τέλος, ένα τρίτο χρυσόβουλο, χρονολογημένο στα 1079 από το Νικηφόρο Γ΄ τον Βοτανειάτη επικυρώνει εκ νέου την προηγούμενη θέση χωρίς να τροποποιεί τις περιστάσεις (σημ. 11).

Το πιο προφανές συμπέρασμα που μπορούμε να εξάγουμε από τα τρία αυτά χρυσόβουλα είναι πως το 1049 η κατάσταση των Ιουδαίων της Χίου άλλαξε δραστικά. Με το χρυσόβουλο του 1049 οι ελεύθεροι μέχρι τότε Εβραίοι συνδέθηκαν άρρηκτα με τη Νέα Μονή. Όταν πια με το δεύτερο χρυσόβουλο του 1062 οι Εβραίοι δέθηκαν πιο στενά με το μοναστήρι, ήταν υποχρεωμένοι να μένουν σε σπίτια που ανήκαν στη Μονή. Είναι πιθανόν να υπήρχε η επιθυμία για νομικό και κοινωνικό περιορισμό των Εβραίων σε σχέση με τους Χριστιανούς κατοίκους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Δυστυχώς, δεν έχουμε άλλες πληροφορίες για τη δραστηριότητα της εβραϊκής κοινότητας κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Μόνο μία σύντομη αναφορά υπάρχει στην αφήγηση του Ιουδαίου περιηγητή Βενιαμίν της Τουδέλα (σημ. 12), ο οποίος επισκέφθηκε τη Χίο περίπου το 1165. Ο Βενιαμίν αναφέρει συνοπτικά: «Τρεις μέρες από εκεί (ενν. τη Μυτιλήνη) βρίσκεται το νησί της Χίου, που έχει περίπου 400 Εβραίους, οι αρχηγοί των οποίων είναι ο ραβίνος Ελιά, ο ραβίνος Θεμάν και ο ραβίνος Σαμπετάι. Τα δέντρα, τα οποία παράγουν μαστίχα, βρίσκονται εκεί» (σημ. 13).

Από τα μέσα του 12ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 14ου αι., οπότε και εμφανίζονται στο προσκήνιο οι Γενουάτες, δεν διαθέτουμε καμία πληροφορία σχετικά με τους Εβραίους της Χίου.

Η εποχή της Γενουατοκρατίας (1346-1566)

Το νησί της Χίου καταλαμβάνεται από τους Γενουάτες το 1346. Για τους Ιουδαίους της Χίου η αλλαγή από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία στη Γενουατοκρατία ήταν μία δυσοίωνη εξέλιξη. Στη φεουδαρχική Ευρώπη της εποχής εκείνης υπήρχε μία αυξανόμενη έλλειψη ανεκτικότητας στους αλλόθρησκους και αρκετοί Γάλλοι και Γερμανοί σταυροφόροι είχαν ξεκινήσει μία πρώτη εκκαθάριση των Εβραίων κατοίκων (σημ. 14). Οπωσδήποτε, η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτές τις ενέργειες ήταν η Καθολική Εκκλησία, γεγονός που φάνηκε έντονα και στο νησί της Χίου κατά την εποχή αυτή.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι Εβραίοι της Χίου θα πρέπει να θορυβήθηκαν με την άφιξη των Γενοβέζων στο νησί το 1346. Η πόλη της Γένοβας, εδώ και πολύ καιρό είχε εκδιώξει την εβραϊκή κοινότητά της και έκτοτε δεν επέτρεπε σε κανέναν Εβραίο να παραμένει στην πόλη περισσότερο από τρεις ημέρες. Ως εκ τούτου, υπήρχε κάθε λόγος να φοβούνται πως η γενοβέζικη Μαόνα, της οποίας τα μέλη ήταν πρωτίστως έμποροι, θα υιοθετούσαν μία αντίστοιχη πολιτική στη Χίο προκειμένου να εξαλείψουν την παρουσία κάθε δυνατού εμπορικού ανταγωνιστή.

Παρ’ όλα αυτά, οι Εβραίοι της Χίου δεν υπέφεραν από υπερβολική προκατάληψη στα χέρια των Γενοβέζων. Αυτό που τους βοήθησε ήταν ο ίδιος παράγοντας που λειτουργούσε πολλές φορές και υπέρ των Εβραίων της Δύσης και δεν ήταν άλλος από τη δύναμη του χρήματος. Στη Χίο, τα μέλη της Μαόνα (σημ. 15), παρόλο που ήταν έμπειροι έμποροι, δεν άργησαν να εισέλθουν σε οικονομικές περιπλοκές, που αποτέλεσαν έναν από τους κύριους λόγους της πτώσης τους. Για να αποκτήσουν ρευστό χρήμα κατέφυγαν σε δανεισμό από τους Εβραίους. Και πολλές συμφωνίες βασίστηκαν στο μονοπώλιο της μαστίχας, το οποίο κατείχε αποκλειστικά η Μαόνα. Οι Εβραίοι τοκογλύφοι θα αποκτούσαν σημαντικές ποσότητες από μελλοντικές σοδειές μαστίχας ως αντάλλαγμα για το ποσό που δάνειζαν. Με αυτόν τον τρόπο οι Εβραίοι έγιναν μεσάζοντες στο εμπόριο της μαστίχας και η κοινότητά τους ευημερούσε υπό τους Γενοβέζους σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι υπό τους Βυζαντινούς και αργότερα υπό τους Τούρκους (σημ. 16).

Μία από τις πρώτες ενέργειες των Γενουατών ήταν να δημιουργήσουν ένα γκέτο μέσα στο Κάστρο. Αυτή ήταν μία συνήθης πρακτική για τους Λατίνους κατακτητές των πόλεων της ανατολικής Μεσογείου, δηλαδή να εγκαθίστανται οι ίδιοι εντός των τειχών και να εκτοπίζουν το γηγενή πληθυσμό έξω από αυτά (εικ. 3). Την ίδια πρακτική υιοθέτησαν και οι Γενουάτες στη Χίο. Οι Έλληνες αριστοκράτες υποχρεώθηκαν να αποχωρήσουν από το Κάστρο αφήνοντας περίπου 200 οικίες, οι οποίες πουλήθηκαν ή νοικιάστηκαν στους Λατίνους. Οι Εβραίοι ακολούθησαν τους Γενοβέζους εντός του Κάστρου, μία κίνηση την οποία ο Ιερώνυμος Ιουστινιάνι χαρακτήρισε ως αναγκαία για την προστασία των Εβραίων από τον ελληνικό πληθυσμό (σημ. 17) (εικ. 4).

Ο Ιουστινιάνι μας πληροφορεί χαρακτηριστικά πως στη Χίο, όπως και σε άλλα μέρη του χριστιανικού κόσμου, οι Εβραίοι έπεφταν θύματα βίας κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας (σημ. 18). Αναμφίβολα, αυτή η έξαρση βίας σχετιζόταν με την ανάμνηση του Πάθους του Χριστού και την πεποίθηση πως οι Εβραίοι ευθύνονταν για αυτό. Γι’ αυτό το λόγο, απαγορευόταν στους Ιουδαίους να εμφανίζονται στην πόλη από τη Μ. Πέμπτη έως και τη Δευτέρα του Πάσχα. Με αυτόν τον τρόπο, οι Εβραίοι προστατεύονταν στη συνοικία τους μέσα στο Κάστρο.

Η πρωιμότερη αναφορά στην εβραϊκή συνοικία του Κάστρου χρονολογείται στις 29 Μαΐου του 1394 και προέρχεται από ένα νοταριακό έγγραφο. Από τα μέσα του 15ου αιώνα η συνοικία χαρακτηρίζεται με την ονομασία Judaica, ονομασία που δινόταν συχνά στις εβραϊκές συνοικίες πόλεων της Ιταλίας και των ιταλικών αποικιών. Από το 1486 η ορολογία αλλάζει πάλι, καθώς σε ένα έγγραφο αυτής της χρονιάς, όπου διευθετείται ένα χρέος ανάμεσα σε ένα Εβραίο και σε έναν Γενοβέζο, γίνεται αναφορά στο carrubeus Judayche, δηλαδή το δρόμο των Εβραίων μέσα στο Κάστρο. Οι πληροφορίες των περιηγητών και των ιστορικών είναι πολυάριθμες και όλες συγκλίνουν στο ό,τι η εβραϊκή συνοικία βρισκόταν εντός των τειχών του Κάστρου και πως εκτεινόταν προς τα βόρεια ξεκινώντας από τα αριστερά της κεντρικής πύλης. Είναι ενδιαφέρον να προσθέσουμε πως η συνοικία διαχωριζόταν από το υπόλοιπο Κάστρο με ένα εσωτερικό τείχος που διέθετε μία πύλη. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες, αν κάποιοι Εβραίοι έζησαν εκτός των τειχών, αν και πολλά συμβολαιογραφικά έγγραφα αναφέρουν πως υπήρχε ιουδαϊκή περιουσία και εκτός του Κάστρου, ακόμα και σε άλλες περιοχές του νησιού (σημ. 19).

Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι νόμοι που σχετίζονταν με την ενδυμασία των Εβραίων της Χίου. Ο Γάλλος περιηγητής Nicolas de Nicolay (1551) γράφει πως οι Εβραίοι οφείλουν να φορούν ένα υψηλό σκούφο κίτρινου χρώματος. Χρησιμοποιεί μάλιστα τη φράση «bonnet a arballeste». Η μαρτυρία του Nicolay επιβεβαιώνεται από τον Martin Crusius και τον Ιερώνυμο Ιουστινιάνι (σημ. 20).

Ένα περίεργο έθιμο που αφορά και στους Εβραίους διαδραματιζόταν την παραμονή των Χριστουγέννων στη Χίο. Συγκεκριμένα, κάθε χρόνο η εβραϊκή κοινότητα ήταν υποχρεωμένη να φτιάχνει μία νέα σημαία που έφερε τον κόκκινο σταυρό του Αγ. Γεωργίου, έμβλημα της Γένοβας (εικ. 5) και να την τοποθετεί σε έναν ιστό που βρισκόταν στον πύργο του Κουλά μέσα στο Κάστρο (εικ. 6). Ακολούθως, ανήμερα των Χριστουγέννων, μία ακόμη ενέργεια λάμβανε χώρα και σχετιζόταν με τους Εβραίους. Την ημέρα αυτή υπήρχε έθιμο όλοι οι μη Λατίνοι κάτοικοι της Χώρας να παρελαύνουν μπροστά από την Podesta (διοικητήριο) για να υποβάλλουν τα σέβη τους στη Δημοκρατία της Γένοβας (εικ. 7). Στην κεφαλή της παρέλασης βρισκόταν ο ορθόδοξος κλήρος, ενώ ακολουθούσαν οι Έλληνες ευγενείς του νησιού. Στη συνέχεια κατέφταναν και άλλες ομάδες, μεταξύ αυτών και οι Εβραίοι. Ο φόβος των Εβραίων ήταν μεγάλος και προσπαθούσαν να υποβάλουν τα σέβη τους τάχιστα και να εξαφανιστούν από την περιοχή, καθώς σε όσους παγιδεύονταν, το πλήθος τους πετούσε πορτοκάλια και τους κακοποιούσε σωματικά (σημ. 21). Δεν μας προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση το έθιμο αυτό και η εχθρότητα εναντίον των Εβραίων του νησιού, καθώς την εποχή εκείνη τέτοιου είδους ενέργειες εναντίον των Εβραίων ήταν συνηθισμένες στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια των χριστιανικών εορτών. Οπωσδήποτε συνδέονταν με τις προκαταλήψεις των χριστιανικών κοινωνιών που στο πρόσωπο των Εβραίων έβλεπαν με εξαιρετικό φανατισμό τους «σταυρωτές του Χριστού».

Η τουρκική κατοχή της Χίου (1566-1912)

Οι Γενουάτες αποχώρησαν οριστικά από το νησί της Χίου το Πάσχα του 1566 αφήνοντας το νησί στα χέρια της Οθωμανικής διοίκησης. Με την κατάληψη της Χίου από τους Οθωμανούς, οι Εβραίοι αναμφίβολα είχαν κάθε λόγο να είναι ευνοϊκά διακείμενοι απέναντι σε αυτή την αλλαγή καθεστώτος. Κάτω από τη μουσουλμανική εξουσία μπορούσαν να ελπίζουν σε έναν μεγαλύτερο βαθμό προσωπικής ασφάλειας σε σχέση με όσα είχαν βιώσει με τους Γενουάτες.

Οι Τούρκοι δεν ήταν θιασώτες των αντιλήψεων των προηγούμενων κατόχων της Χίου και στα μάτια τους οι Εβραίοι ήταν απλώς μία από τις ομάδες των μη-μουσουλμάνων που διαβιούσαν μέσα στα όρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στη Χίο, όπως και στις υπόλοιπες κατεκτημένες περιοχές, οι Εβραίοι όφειλαν την καταβολή των φόρων τους στο ίδιο ακριβώς ποσοστό που όφειλαν και οι χριστιανοί, το οποίο καθοριζόταν με βάση τον αριθμό των μελών κάθε κοινότητας. Η συνεισφορά των Εβραίων καθορίστηκε στον αριθμό 40, που υποδηλώνει πως επρόκειτο για 40 ιουδαϊκές οικογένειες και συνολικά έναν πληθυσμό περίπου 200 ατόμων σύμφωνα με την εκτίμηση του ιστορικού Ζολώτα (σημ. 22), αν και φαίνεται να είναι μικρός ο αριθμός αυτός (σημ. 23).

Οι Εβραίοι εξακολούθησαν να κατοικούν στο γκέτο μέσα στο κάστρο του νησιού εξαιτίας της εχθρότητας των Ελλήνων που καθιστούσε την εκεί διαμονή τους ζωτικής σημασίας για την ασφάλειά τους (σημ. 24). Πέτυχαν να έχουν προστασία από την τουρκική φρουρά, ενώ οι Τούρκοι εισέπρατταν απευθείας χρηματικά ποσά για να επιτρέψουν στους Εβραίους να κατοικήσουν μέσα στο κάστρο της Χίου. Ο ενεργός ρόλος των Εβραίων στο πλευρό των Τούρκων φάνηκε ξεκάθαρα σε διάφορες περιπτώσεις ανάγκης με σκοπό τη διατήρηση της τουρκικής κυριαρχίας. Μία κρίση τέτοιου είδους προέκυψε το 1599, όταν ο μέγας δούκας της Τοσκάνης προσπάθησε με βίαιες ενέργειες να πάρει τη Χίο από τα χέρια των μουσουλμάνων κατόχων της, όπως μας πληροφορεί ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Γιακόμπ μπεν Τζούντα Ασκενάζζι που έτυχε να επισκεφθεί την Χίο εκείνη την εποχή (σημ. 25).

Όταν στα 1694 οι Βενετοί κατέλαβαν το νησί και ο πληθυσμός πέρασε στα χέρια τους, οι συνέπειες για τους Εβραίους δεν άργησαν να φανούν. Η μοίρα των Εβραίων φαίνεται πως στην καλύτερη περίπτωση ήταν ο εκτοπισμός, ενώ στη χειρότερη ήταν η εκτέλεση όλων ή κάποιων από αυτούς. Είναι γνωστό, εξάλλου, πως οι συνθήκες υπήρξαν δύσκολες ακόμα και για τον ελληνικό πληθυσμό κατά την περίοδο της σύντομης παραμονής των Βενετών στο νησί. Σε κάθε περίπτωση, όταν στα 1699, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά την αποχώρηση των Βενετών από τη Χίο, ο Γάλλος περιηγητής Louis Chevalier επισκέφθηκε τη Χίο, βρήκε μόνο τρεις ή τέσσερις εβραϊκές οικογένειες να κατοικούν μέσα στο Κάστρο (σημ. 26).

Σταδιακά περισσότεροι Εβραίοι άρχισαν να επιστρέφουν στο νησί και μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα η συνοικία είχε πάλι κατοικηθεί από Εβραίους της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας (σημ. 27). Ένα χειρόγραφο της περιόδου 1740-1758 περιέχει μία εικόνα του Κάστρου, η οποία δείχνει «το Γκέτο των Εβραίων με τη συναγωγή και τη φοντάνα». Το σύντομο κείμενο που συνοδεύει την απεικόνιση δίνει λίγες πληροφορίες για την κοινότητα: «Σε μικρή απόσταση από το λιμάνι βρίσκεται η πόλη της Χίου, με πολύ πληθυσμό, με έναν μεγάλο αριθμό Εβραίων, οι οποίοι έχουν μία ξεχωριστή συνοικία από τους υπόλοιπους που ονομάζεται Γκέτο, με τρεις συναγωγές, μία ισπανική, μία γαλλική και μία ιταλική» (σημ. 28).

Οι Εβραίοι εξακολουθούσαν να διαμένουν στο γκέτο του Κάστρου μέχρι και τον σεισμό του 1881. Η ολοκληρωτική καταστροφή πολλών εβραϊκών οικιών ανάγκασε μεγάλο αριθμό Εβραίων να εγκατασταθούν εκτός των τειχών. Πολλοί μετοίκισαν στην περιοχή ανάμεσα στον Φραγκομαχαλά και την Τουρλωτή, η οποία ονομάστηκε από τους Έλληνες Εβραιομαχαλάς (σημ. 29).

Κατά το 19ο αιώνα ένα κύμα αντισημιτισμού ξέσπασε όχι μόνο στο νησί της Χίου, αλλά και στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Οι Έλληνες πάλευαν για την ανεξαρτησία τους, ενώ οι Εβραίοι βρέθηκαν στο πλευρό των Τούρκων. Η συμπεριφορά της εβραϊκής κοινότητας της Χίου κατά την εποχή των δραματικών γεγονότων του 1821-1822, που οδήγησαν στη σφαγή των Χιωτών και στη δήωση του νησιού, δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Στα μάτια των Ελλήνων οι Εβραίοι ήταν συνένοχοι των Τούρκων στις απίστευτες φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν κατά του ελληνικού πληθυσμού. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν τους Εβραίους για να αναλάβουν την έκθεση των σωμάτων των δολοφονημένων χριστιανών (σημ. 30).

Στη Χίο η αντίδραση στο γεγονός του απαγχονισμού του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄  ήταν άμεση (σημ. 31). Εξαγριωμένοι Έλληνες συνέλαβαν κάποιους Εβραίους που έτυχε να πλέουν με μία βάρκα μεταφέροντας εμπόρευμα στο στενό μεταξύ του νησιού και της Μ. Ασίας και τους απαγχόνισαν (σημ. 32). Μόνο η ασφάλεια του Κάστρου και η Τουρκική φρουρά μπορούσαν πλέον να σώσουν την υπόλοιπη εβραϊκή κοινότητα.

Η Χίος είχε την ατυχία να γίνει διάσημη στη Δυτική Ευρώπη, όταν οι Τούρκοι έδειξαν με τον σκληρότερο τρόπο την ισχύ τους έναντι των Ελλήνων (σημ. 33). Το βέβαιο πάντως είναι πως οι Εβραίοι στάθηκαν στο πλευρό των Τούρκων μέσα στο Κάστρο απωθώντας τους επαναστάτες. Μάλιστα, ο ιστορικός Galante αναφέρει πως οι πολιορκημένοι λάμβαναν προμήθειες από έναν Εβραίο που διέμενε στον Τσεσμέ, ονόματι Moses Beja (σημ. 34).

Όταν οι Σαμιώτες έφυγαν, αφήνοντας τους Χιώτες στην τύχη τους και στο έλεος των ασιατικών ορδών που ήδη κατέφταναν και ερήμωσαν το νησί για τους επόμενους μήνες, οι Εβραίοι εξακολουθούσαν να στηρίζουν τους αφέντες τους. Το ημερολόγιο του Antonio Pasqua αποτελεί σημαντική πηγή πληροφόρησης για τα γεγονότα. Αναφέρεται συγκεκριμένα στο γεγονός του απαγχονισμού του Μητροπολίτη της Χίου και των 80 προυχόντων, που έγινε στις 6 Μαΐου του 1822. Ο Pasqua γράφει πως «οι Τούρκοι έδωσαν εντολή στους Εβραίους να κατεβάσουν τα πτώματα και να τα πετάξουν στη θάλασσα. Αμέσως αυτοί βγήκαν από το Κάστρο με 3 σημαίες, κατέβασαν τα σώματα και τα πέταξαν στη θάλασσα. Οι Εβραίοι ήταν περίπου 300..» (σημ. 35). Γνωρίζουμε επίσης πως οι Τούρκοι έφεραν από τη Σμύρνη περίπου 100 Εβραίους για να βοηθήσουν την κοινότητα της Χίου. Προφανώς, ήταν αδύνατον οι Εβραίοι της Χίου να χειριστούν έναν τόσο μεγάλο αριθμό θυμάτων μόνοι τους. Τέλος, γνωρίζουμε πως οι Εβραίοι αγόραζαν σε χαμηλή τιμή κοσμήματα από τους απελπισμένους Έλληνες, οι οποίοι προσπαθούσαν πάνω στην απόγνωσή τους και να σώσουν τις ζωές τους από τη σφαγή (σημ. 36).

Οι εντάσεις μεταξύ των Ελλήνων και των Εβραίων δεν σταμάτησαν εδώ. Χρόνια αργότερα, κάποια περιστατικά εξαφάνισης χριστιανοπαίδων στη Σμύρνη τις ημέρες του Πάσχα του 1864, καθώς και το 1872 πυροδότησαν μία έκρηξη βίας κατά των Εβραίων της πόλης. Οι εξαφανίσεις συνδέθηκαν από τους χριστιανούς με πιθανές απαγωγές από τους Εβραίους για την τέλεση ανθρωποθυσιών. Εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε πως τα παιδιά είχαν πεθάνει σε ατυχήματα, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά, αφού ο όχλος είχε ήδη διαπράξει τις αγριότητές του. Στη Χίο μία ομάδα Ελλήνων όρμησε στην εβραϊκή συνοικία του Κάστρου και κατέστρεψε τις περιουσίες των Εβραίων. Σημειώθηκαν επιθέσεις για παρόμοιους λόγους και το 1892 (σημ. 37). Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν μέχρι και το 1897 κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Με τη βοήθεια κάποιων μορφωμένων και εύπορων Χιωτών η κατάσταση άρχισε να καλυτερεύει προς το τέλος του 19ου αιώνα. Ενδεικτικά γεγονότα της εξομάλυνσης στην κοινωνία της Χίου εκείνη την εποχή αποτελούν η παρουσία ραβίνου στην κηδεία του Ιωάννη Χωρέμη το 1897 προκειμένου να τον τιμήσει (σημ. 38), ενώ την ίδια χρονιά, ο ραβίνος Αβραάμ Φράνκο ευλόγησε τα εγκαίνια της νέας αποβάθρας.

Οικονομική και κοινωνική θέση των Εβραίων κατά την Τουρκοκρατία

Η κατάσταση για τους Εβραίους της Χίου κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη, όπως και για τους ομοεθνείς τους στην ανατολική Μεσόγειο. Σταδιακά απώλεσαν τον κυρίαρχο ρόλο που κατείχαν στην οικονομία του νησιού κάτω από τη Γενουατική κυριαρχία και μέχρι τον 18ο αιώνα η ένδειά τους ήταν αξιοσημείωτη, όπως και η εμπορική οπισθοδρόμησή τους. Οπωσδήποτε, το πιο καταστροφικό γεγονός για τους Εβραίους της Χίου υπήρξε η Ενετική κατάληψη του νησιού στα 1694. Δεν προκαλεί συνεπώς έκπληξη η σταδιακή τους εξαθλίωση που κορυφώθηκε στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Ο περιηγητής Julien Galland καταγράφει πως είδε πάνω από 200 Εβραίους να ζουν εξαθλιωμένοι μέσα στο Κάστρο μαζί με τους Γενίτσαρους, καθώς οι πανούργοι Χιώτες δεν τους άφηναν καμία ευκαιρία να δραστηριοποιηθούν σε δουλειές στο νησί (σημ. 39). Η μαρτυρία αυτή έρχεται να ενισχύσει την εκτίμηση που είχε κάνει ο Jean de Marigny, ο Γάλλος υποπρόξενος στη Χίο, ο οποίος στα 1720 ανέφερε πως οι Εβραίοι του νησιού κατέφευγαν στην επαιτεία, καθώς ήταν πλέον δύσκολο να συναγωνιστούν τους Έλληνες στο εμπόριο. Μάλιστα, προσέθετε πως το χιώτικο μονοπώλιο στο εμπόριο δυσκόλευε ακόμα και τους Γάλλους εμπόρους (σημ. 40).

Η πιο σημαντική όψη της παρακμής των περιουσιών των Εβραίων ήταν η μείωση της ενασχόλησής τους με την τοκογλυφία. Φυσικά, ήταν ένα γενικευμένο φαινόμενο στην Ευρώπη της περιόδου αυτής, καθώς κατά το τέλος του Μεσαίωνα η τοκογλυφία ολοένα και λιγότερο αποτελούσε αποκλειστική ενασχόληση των Εβραίων, ενώ η ελαστικότερη στάση της Εκκλησίας ενέπλεξε και Χριστιανούς πλέον σε αυτές τις δραστηριότητες.

Παρ’ όλες τις οικονομικές δυσκολίες η εβραϊκή κοινότητα βρήκε αρκετούς τρόπους να ανταπεξέλθει στις βιοποριστικές της ανάγκες. Πέρα από το εμπόριο, οι Εβραίοι της Χίου παραδοσιακά ήταν πραματευτές και βαφείς του διάσημου μεταξιού του νησιού. Επίσης, εργάζονταν ως υπάλληλοι, αλλά και υπηρέτες της τουρκικής διοίκησης του νησιού. Ακόμη, οι Εβραίοι εμπλέκονταν και στη διαδικασία της διάθεσης της μαστίχας. Λειτουργούσαν ως υπάλληλοι της Σουλτάνας, συγκεντρώνοντας τη μαστίχα από τους Έλληνες χωρικούς που την καλλιεργούσαν. Οι Τούρκοι είχαν όφελος από αυτή τη ρύθμιση, καθώς θεωρούσαν πως η εχθρότητα ανάμεσα στους Εβραίους και τους Έλληνες χωρικούς έφτανε σε τέτοιο σημείο ώστε δεν θα γινόταν καμία συμφωνία μεταξύ τους για να εξαπατήσουν τον Sakiz-Emine, δηλαδή τον διοικητή των μαστιχοχωριών (σημ. 41).

Κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα οι Εβραίοι εξήγαγαν προϊόντα, όπως λάδι, μαστίχα, σύκα, μετάξι και τερεβίνθη (νέφτι). Αντίστοιχα, έκαναν εισαγωγές μπαχαρικών και χημικών προϊόντων. Επίσης, πουλούσαν κεριά, πιάτα και είδη κιγκαλερίας. Τα καταστήματά τους βρίσκονταν κοντά στη πλατεία του Βουνακίου, ενώ το υαλοπωλείο της οικογένειας Ισσαχάρ βρισκόταν στην Απλωταριά, όπου βρίσκεται σήμερα και το εμπορικό κέντρο της Χίου (σημ. 42).

Οι Εβραίοι της Χίου δεν ήταν τόσο μορφωμένοι όσο οι Ευρωπαίοι Εβραίοι, αφού η κατάσταση κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία δεν έδινε αυτές τις δυνατότητες. Οι πλούσιοι Εβραίοι μετακινούνταν συνεχώς στην Ευρώπη, καθώς η παραμονή στην Οθωμανική αυτοκρατορία ενείχε σοβαρούς κινδύνους για τη ζωή τους. Οι Εβραίοι της Χίου αποκλείονταν από τη Σχολή της Χίου, όπου φοιτούσαν οι Έλληνες και από εκεί ανοιγόταν ο δρόμος για ανώτερες σπουδές στο εξωτερικό, όπως στο Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη και σε άλλα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, όπως αυτό της Πάδουα.

Με τον καταστροφικό σεισμό του 1881 πολλά εβραϊκά κτίρια, συμπεριλαμβανομένου του σχολείου, καταστράφηκαν. Για μία δεκαετία η κοινότητα παρέμεινε χωρίς σχολείο, ενώ το 1888 καταστράφηκε και η συναγωγή από πυρκαγιά. Μετά από αυτές τις μοιραίες συγκυρίες οι Ιουδαίοι επικεντρώθηκαν στην αποκατάσταση της συναγωγής και του σχολείου τους. Η έλλειψη κοινοτικών πόρων παραμερίστηκε μέσα από ποικίλες λύσεις. Διοργανώθηκε λαχειοφόρος αγορά, ενώ η διάσημη τραπεζιτική οικογένεια Rothschild έκανε μία σπουδαία δωρεά χάρη στις προσπάθειες του Ιωάννη Χωρέμη (σημ. 43). Η νέα συναγωγή αποπερατώθηκε το 1890 εκτός του Κάστρου στην περιοχή του Φραγκομαχαλά. Μία αναμνηστική επιγραφή τοποθετήθηκε στο νέο κτίριο. Η επιγραφή αναφέρει τα ονόματα των ηγετών της εβραϊκής κοινότητας της Χίου που είχαν την πρωτοβουλία για το έργο, όμως όλως παραδόξως δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτούς που συνέβαλαν οικονομικά και προέρχονταν εκτός του νησιού (σημ. 44).

Στα 1892 με πρωτοβουλία του Στέφανου Ράλλη, που ζούσε στο Λονδίνο συγκεντρώθηκε ένα χρηματικό ποσό από εβραϊκές οικογένειες που ζούσαν στην Αγγλία, καθώς και την οικογένεια Rothschild για την ανοικοδόμηση του σχολείου, η αποπεράτωση του οποίου ολοκληρώθηκε την επόμενη χρονιά. Το πρόγραμμα περιελάμβανε τη διδασκαλία εβραϊκών, τουρκικών, ελληνικών και γαλλικών. Ένας αριθμός 70 με 80 παιδιών και των δύο φύλων φοιτούσαν, μεταξύ αυτών και παιδιά Ελλήνων και Τούρκων. Στις αρχές του 20ου αιώνα στη Χίο λειτουργούσε ένα σχολείο πρωτοβάθμιας και ένα σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τα παιδιά των εβραϊκών οικογενειών (σημ. 45).

Η συναγωγή και το κοιμητήριο

Γνωρίζουμε πως η συναγωγή της εβραϊκής κοινότητας που βρισκόταν εντός του Κάστρου κατά τους πρώιμους χρόνους ονομαζόταν Baal ha Turim, δηλαδή ο Κύριος του Τουρίμ (σημ. 46). Ο εντοπισμός αυτής της συναγωγής και η ταύτισή της θα είχε οπωσδήποτε πολύ ενδιαφέρον. Πριν από λίγα χρόνια η Βυζαντινή Εφορεία Αρχαιοτήτων της Χίου αποκάλυψε εκτός του Κάστρου τμήμα ενός κτιρίου με ψηφιδωτά σε σωστική ανασκαφή κατά την εκσκαφή του οικοπέδου Καλλέργη στην περιοχή της Αγίας Άννας Καπέλλας (εικ. 8) (σημ. 47). Αρχικά, οι ανασκαφείς θεώρησαν πως επρόκειτο για μία παλαιοχριστιανική εκκλησία, καθώς τα μοτίβα των ψηφιδωτών που αποκαλύφθηκαν στο δάπεδο του κτιρίου αποτελούν κοινό τόπο στους οίκους λατρείας της χριστιανικής και της ιουδαϊκής θρησκείας εκείνη την περίοδο. Όμως, το κείμενο μίας εκ των ψηφιδωτών επιγραφών που βρέθηκαν στο χώρο, αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο της ταυτότητας του κτιρίου. Πιο συγκεκριμένα, μαζί με τα ονόματα των δωρητών των ψηφιδωτών (Ιλάσιος και Δαμάσιος) (εικ. 9) αναφερόταν μεταξύ άλλων και η φράση «ειρήνη ταις Συναγωγαίς ευλογία τω Ισραήλ» (εικ. 10).

Αναμφίβολα, πρόκειται για μία εκ των τεσσάρων εβραϊκών συναγωγών του νησιού, που βρισκόταν εκτός του Κάστρου. Η ανασκαφή συνεχίστηκε μετά από μία διακοπή ετών κατά το 2015 και αποκάλυψε νέα ψηφιδωτά και στοιχεία (σημ. 48). Η ίδρυση της συναγωγής τοποθετείται από τους ανασκαφείς τον 4ο αι. μ.Χ. και λειτούργησε έως και τον 7ο αι. μ.Χ. Μεταξύ των απεικονίσεων των ψηφιδωτών ξεχωρίζουν αντωπά παγώνια και ένα αιλουροειδές που πνίγει τη λεία του, ενώ δεν λείπουν και οι παραστάσεις με φυτικό διάκοσμο. Η ανασκαφική έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διαβάσουμε τις ανακοινώσεις και ίσως και την τελική δημοσίευση, όταν αυτές θα πραγματοποιηθούν (σημ. 49).

Το εβραϊκό νεκροταφείο της Χίου βρισκόταν εκτός του Κάστρου, καθώς είχε παραχωρηθεί στην εβραϊκή κοινότητα ένα αγροτεμάχιο στη σημερινή περιοχή Ριζάρι. Δεν είναι γνωστό πότε χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το νεκροταφείο. Οι αρχαιότερες επιτύμβιες στήλες χρονολογούνται στην εποχή των Γενουατών, αλλά αυτές μπορεί να είχαν μεταφερθεί στο Ριζάρι από κάποιο νεκροταφείο εντός του Κάστρου κατά την εποχή της άφιξης των Τούρκων, δηλαδή μετά το 1566. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για βανδαλισμούς ή επιθέσεις κατά του εβραϊκού νεκροταφείου στη μακραίωνη ιστορία του. Μέχρι και σήμερα στέκονται κάποια τμήματα του περιβόλου του, καθώς στο σημείο έχει κτισθεί φυλακή και πολλές στήλες του σώζονται στο Βυζαντινό Μουσείο της Χίου σε πολύ καλή κατάσταση. Το 1823 η τουρκική διοίκηση παρέδωσε στην εβραϊκή κοινότητα τα πλήρη δικαιώματα διαχείρισης του κοιμητηρίου ως ένδειξη αναγνώρισης της υποστήριξης των Εβραίων κατά την εξέγερση των Ελλήνων τον προηγούμενο χρόνο. Έναν αιώνα αργότερα οι περισσότεροι Εβραίοι είχαν εγκαταλείψει σταδιακά τη Χίο και το νεκροταφείο περιέπεσε σε αχρηστία (σημ. 50).

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι περισσότεροι λίθοι και στήλες απομακρύνθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό. Παρ’ όλα αυτά ένας σημαντικός αριθμός στηλών διασώθηκε μέχρι και το 1957, οπότε και παραδόθηκαν στο Μουσείο της Χίου από τον αρχιραββίνο της Αθήνας. Καθώς πια κανένας Εβραίος δεν έμενε στη Χίο, την ίδια περίοδο το νεκροταφείο εγκαταλείφθηκε και το 1963 όλα τα κατάλοιπα που βρίσκονταν διασκορπισμένα στο νησί αποσπάστηκαν και εστάλησαν στην Αθήνα. Δεν γνωρίζουμε τον τελικό προορισμό αυτών των καταλοίπων (σημ. 51).

Οι περισσότερες από τις επιτύμβιες στήλες ήταν μαρμάρινες. Όσες χρονολογούνται στην περίοδο 1713-1819 εμφανίζουν μεγαλύτερο πάχος που κυμαίνεται στα 14 με 16 εκ. με μία μάλιστα πλάκα να λειτουργούσε ως κάλυμμα σαρκοφάγου. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό πως πρόκειται για περίτεχνες ταφικές στήλες, ενώ ένα ενδιαφέρον ερώτημα που τίθεται είναι από πού προμηθεύονταν το άσπρο μάρμαρο για την κατασκευή τους, αφού το νησί δεν διέθετε αυτό τον συγκεκριμένο τύπο. Μία πιθανή απάντηση είναι οι Ερυθρές στην απέναντι ακτή της Μ. Ασίας, ενώ μία ακόμη απάντηση θα μπορούσε να είναι πως δεν κατασκεύαζαν τις στήλες στο νησί, αλλά η κατασκευή τους γινόταν είτε στη Σμύρνη είτε στις Ερυθρές κατόπιν παραγγελίας. Προς αυτή την κατεύθυνση μας οδηγεί και η διακόσμηση των στηλών, ειδικά του 18ου αιώνα που αντανακλούν την τεχνοτροπία του τουρκικού Μπαρόκ, η οποία δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού στο νησί παρά μόνο μόλις στο τέλος του αιώνα αυτού (σημ. 52).

Οι επιγραφές των επιτάφιων στηλών αναφέρονται στα στοιχεία του αποβιώσαντος προσώπου, με συχνή αναφορά στο χαρακτήρα και την ευσέβειά του, μεταφορικές και αλληγορικές φράσεις με αναφορά στη Βίβλο. Οι επιγραφές δεν μας λένε πολλά για τον ιδιοκτήτη του τάφου και πολύ λιγότερα για την κοινότητα την ίδια. Κάποιες φορές πέρα από το φυτικό διάκοσμο που μπορεί να υπάρχει, σκαλίζονταν και άλλα αντικείμενα που πιθανόν να σχετίζονταν με το επάγγελμα εν ζωή του νεκρού, όπως ανοιχτό βιβλίο, κλειδί, ένα βιολί, ένα ψαλίδι κ.ά. (εικ. 11, 12, 13) (σημ. 53).

Μία τυχαία ανακάλυψη στη Βιβλιοθήκη Κοραή

Μία ιδιαίτερη ανακάλυψη αντίκρισα στα υπόγεια της Δημόσιας Κεντρικής Ιστορικής Βιβλιοθήκης Χίου «Κοραής» της Χίου το 2013 και αφορούσε προφανώς κάποιο ή κάποια μέλη της εβραϊκής κοινότητας του νησιού. Ανάμεσα σε κάποια βιβλία που δεν είχαν ακόμα καταλογογραφηθεί υπήρχε και ένα βιβλίο σε σχετικά παλαιά κατάσταση γραμμένο σε εβραϊκό αλφάβητο. Μετά από λίγη ώρα ανάγνωσης αντιλήφθηκα πως πρόκειται για την Καινή Διαθήκη μεταφρασμένη στα λαντίνο (σημ. 54). Δυστυχώς, η σελίδα του τίτλου, του τόπου και της χρονολογίας έκδοσης του βιβλίου δεν υπάρχει, καθώς μάλλον έχει αφαιρεθεί (εικ. 14, 15, 16). Δεν γνωρίζουμε πώς έφτασε το βιβλίο στη Βιβλιοθήκη Κοραή. Αυτό όμως που μπορώ να εικάσω μετά από μία σύντομη έρευνα στο διαδίκτυο είναι πως κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για ένα βιβλίο που απευθυνόταν σε Εβραίους της κοινότητας της Χίου με σκοπό τον προσηλυτισμό τους στη χριστιανική θρησκεία.

Στις αρχές του 20ου αιώνα έγιναν προσπάθειες από τους Προτεστάντες να μεταφράσουν την Καινή Διαθήκη σε διάφορες γλώσσες με σκοπό τη διάδοση του Ευαγγελίου σε αλλόθρησκους, μεταξύ αυτών και τη λαντίνο. Πιθανόν, ένα τέτοιο βιβλίο να είχε αυτόν το σκοπό σε σχέση με τις εναπομείνασες οικογένειες των Εβραίων της Χίου. Πέτυχαν άραγε το σκοπό τους; Δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε. Όμως, δεδομένης της γνώσης μου γύρω από τους Εβραίους και της άρρηκτης σχέσης της θρησκείας με την εθνική τους ταυτότητα το θεωρώ απίθανο έως αδύνατο (σημ. 55).

Επίλογος

Η Χίος απελευθερώθηκε και ενώθηκε με τη μητέρα Ελλάδα το 1912. Το 1913 υπήρχαν 47 εβραϊκές οικογένειες στο νησί. Μέχρι και το 1940 στο νησί κατοικούσε ένας μικρός αριθμός εβραϊκών οικογενειών. Την άνοιξη του 1943, η οικογένεια Menashe απελάθηκε στη Θεσσαλονίκη, αλλά απελευθερώθηκαν εκεί, καθώς ήταν Ιταλοί υπήκοοι. Μια άλλη ομάδα Εβραίων προσφύγων, που είχαν φτάσει στη Χίο με μια μικρή βάρκα το 1944, επέζησε στην τοπική φυλακή και απελευθερώθηκε κατά το τέλος του πολέμου. Από τη δεκαετία του 1960 και πλέον δεν γίνεται καμία αναφορά στην εβραϊκή κοινότητα της Χίου.

Είναι χαρακτηριστικό πως το 1999 το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο σε αίτημα που του έγινε από κάποιον με ρίζες από την εβραϊκή κοινότητα της Χίου απάντησε πως εξαιτίας της μη ύπαρξης εβραϊκής κοινότητας πλέον στο νησί δεν μπορεί να του παράσχει καμία βοήθεια (εικ. 17) (σημ. 56). Σήμερα, η κοινότητα δεν υφίσταται πλέον, μόνο κάποια από τα κατάλοιπά της, κάποιος δρόμος μέσα στο Κάστρο με την ονομασία ενός Εβραίου να θυμίζει πως κάποτε περπάτησαν στα σοκάκια του οι άνθρωποι αυτοί, ενώ μερικές φορές κάποιοι απόγονοι επισκέπτονται το νησί αναζητώντας νοσταλγικά τις ρίζες τους.

 

Βάλια Παπαναστασοπούλου

Αρχαιολόγος-Θεολόγος εκπαιδευτικός

MS – Υποψήφια Διδάκτωρ